Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

ΑΝΕΜΩΝΗ, το αγριολούλουδο των λιβαδιών του Ολύμπου.



Όσοι έχετε περπατήσει στις πλαγιές του Ολύμπου σίγουρα θα έχει σταματήσει το βλέμμα σας σε ένα όμορφο μικρό αγριολούλουδο που κάνει την εμφάνισή του πολύ νωρίς την άνοιξη. Πρόκειται για την ανεμώνη, για αυτήν θα σας μιλήσουμε στην παρακάτω ανάρτηση.

ΑΝΕΜΩΝΗ το φυτό των λειβαδιών του Ολύμπου
Η ανεμώνη ή ανεμώνα είναι αγγειόσπερμο, δικοτυλήδονο φυτό, ανήκει δε στην οικογένεια των Βατραχιίδων ή Ρανουγκουλίδων της τάξης των Βατραχιωδών . 

Η ανεμώνη είναι κονδυλώδες φυτό, χαμηλό σε ύψος, με εντυπωσιακά μεγάλα άνθη. Η καταγωγή της είναι από τις περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, ενώ υπάρχουν είδη που είναι ενδημικά και των δικών μας περιοχών. Στο γένος Anemone ταξινομούνται περισσότερα από 120 είδη. 

Στην οικογένεια Ranunculaceae ανήκουν 1700 είδη, μεταξύ των οποίων αρκετά σημαντικά καλλωπιστικά φυτά όπως οι νεραγκούλες, τα δελφίνια, οι κληματίδες.

Εκτός από τα είδη Anemone coronaria και A. japonica για καλλωπιστικούς λόγους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η A. blanda (ελληνική ανεμώνη), η A. hortensis, A. ranunculoides(με όμορφα κίτρινα άνθη) και άλλες. 

Η ετυμολογία της λέξεις ανεμώνη φαίνεται ότι προέρχεται από την ελληνική λέξη άνεμος εξαιτίας της ικανότητας ορισμένων ειδών να επιβιώνουν σε ανεμόπληκτες περιοχές.

Το όνομα της ανεμώνης σημαίνει την ιδιαιτερότητα του φυτού, το οποίο αρέσκεται να ριζώνει εκεί όπου φυσούν ψυχροί άνεμοι, που βοηθούν τα μπουμπούκια του να ανθίσουν αλλά και με μια ριπή τους παρασύρουν τα πέταλα του λουλουδιού μακριά. 

Είναι εξαπλωμένη σε ολόκληρο τον κόσμο, είτε ως αυτοφυής είτε ως καλλιεργούμενη, αλλά βασικά βρίσκεται στις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια των βόρειων και εύκρατων περιοχών. 

Η ονομασία ανεμώνη προέρχεται από τη λέξη άνεμος εξ αιτίας της υπόθεσης που έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες ότι τα φυτά αυτά άνθιζαν μόνον όταν φυσούσε άνεμος. Υπάρχουν 150 περίπου είδη ανεμώνης. 

Πολλές ποικιλίες καλλιεργούνται σε κήπους και πάρκα για τα όμορφα άνθη τους. 

Από τα αυτοφυή είδη αρκετά είναι δηλητηριώδη. 

Η ανεμώνη, όμως τρώγεται εάν βραστεί στους 100 βαθμούς ή εάν τσιγαριστεί μαζί με μισό κιλό κρεμμύδι. Επίσης είναι γέμιση για παραδοσιακή πίτα του Ουζμπεκιστάν.

ΕΙΔΗ ΑΝΕΜΩΝΗΣ
Τα κυριότερα είδη ανεμώνης είναι:
  • Από τα καλλιεργούμενα καλλωπιστικά είδη το πιο γνωστό είναι η Ανεμώνη η στεφανωματική (Anemone coronaria). Το φυτό ανθίζει το χειμώνα και το καλοκαίρι ξεραίνονται οι βλαστοί του ενώ πολλαπλασιάζεται με κονδύλους. Η λίπανση θεωρείται απαραίτητη για την καλή παραγωγή ανθέων, ενώ η νυχτερινή θερμοκρασία πρέπει να είναι γύρω στους 5-6 βαθμούς με αρκετή υγρασία. Τα άνθη της ανεμώνης αυτής είναι δύο ειδών, είτε διπλά , είτε πολλαπλά όπως τα χρυσάνθεμα.
  • Ανεμώνη η ταόμορφος (Anemone pavonina). Πολύ κοινή στην Ελλάδα, φύεται σε λιβάδια και χωράφια. Πολυετές, ποώδες φυτό με ρίζα κονδυλώδη, ανθίζει την άνοιξη και τα άνθη της έχουν έντονο κόκκινο χρώμα.
  • Ανεμώνη η δασόφιλος (anemone nemorosa - wood anemone). Πολυετές, ποώδες φυτό με ισχυρό ρίζωμα που έρπει. Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα και βγαίνουν από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο. Φύεται σε δάση και χαράδρες της ηπειρωτικής Ελλάδας.
  • Ανεμώνη η κηπαία (Anemone hortensis). Χνουδωτό, ποώδες φυτό έχει κονδυλώδες ρίζωμα. Τα φύλλα της ανεμώνης αυτής είναι παλαμοειδή και φέρουν 3 λοβούς. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και κήπους. Τα άνθη της έχουν χρώμα γαλάζιο, κόκκινο ή λευκό. Κάποιοι θεωρούν ότι είναι η άγρια ανεμώνη της αρχαίας Ελλάδας.


  • Ανεμώνη η πουλσατίλη (Anemone pulsatilla - Pulsatilla vulgaris). Ονομάζεται και ανεμώνη της Λαμπρής. Έχει τριχωτούς και μεταξωτούς βλαστούς και βρίσκεται σε περιοχές της κεντρικής Ευρώπης. Έχει πολυάριθμα μικρά φυλλαράκια σχισμένα σε ταινίες και μεγαλύτερα φτερωτά φύλλα. Καλλιεργείται και ως καλλωπιστικό σε διάφορες χρωματικές παραλλαγές.
  • Ανεμώνη η μαλακή. Βρίσκεται σε διάφορες περιοχές της Ασίας και κυρίως στην Ιαπωνία. Τρώγεται και σαν σαλατικό, καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό σε γλάστρες.
  • Ανεμώνη η ιαπωνική (Anemone japonica) - (Anemone hupehensis). Με καταγωγή από την Κίνα και την Ιαπωνία είναι πολύ διαδεδομένο καλλωπιστικό στις περιοχές αυτές.




Μονή ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ ΒΡΟΝΤΟΥΣ



Όποιοι περπατάμε στα καταπράσινα μονοπάτια της βόρειας πλευράς του Ολύμπου σίγουρα έχουμε περάσει από την ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ κοντά στον οικισμό της Βροντού. Δεν είναι κάποιο μεγάλο μοναστήρι με πολλούς μοναχούς, αλλά ένα απλό και ταπεινό εξωκλήσι με "βαρειά" όμως ιστορία και υπέροχη θέα. Ας δούμε τι μπορέσαμε να μάθουμε για αυτό.
H Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας βρίσκεται στην περιοχή του βόρειου Ολύμπου, σε απόσταση περίπου 4 χλμ. από τη Βροντού και σε υψόμετρο 500 μέτρων από το επίπεδο της θάλασσας. 

Κτισμένη πάνω στο βράχο, σε μια απότομη πλαγιά, η Μονή της Αγίας Τριάδας χτίστηκε το 14ο αιώνα. Σήμερα είναι ένα εξωκλήσι αφού δεν την επανδρώνουν μοναχοί,και συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών, οι οποίοι εντυπωσιάζονται από την θέα προς τις απότομες βουνοκορφές του Ολύμπου. Βρίσκεται στην έξοδο ενός μεγάλου ρέματος, του  «ρέμα Παπά»του Ολύμπου. 

Από εδώ ξεκινούν δυο σημαντικά ορειβατικά μονοπάτια προς τον Όλυμπο, το πρώτο προς το καταφύγιο ΚΡΕΒΑΤΙΑ και το δεύτερο προς την δασική θέση Παπά Αλώνη. 

Η εκκλησία είναι κτισμένη σε τέτοιο σημείο, ώστε να έχει ορατότητα προς την Παναγία της Κονταριώτισσας και αυτή με τη σειρά της με τη Μονή του Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου και με την επισκοπή Πέτρας. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες υπήρχε ένα είδος επικοινωνίας με φωτιές, για να ενημερώνονται οι κάτοικοι των περιοχών αυτών για τις κινήσεις των Τούρκων. 

Το μικρό κτίσμα της μονής είναι κτίσμα Βυζαντινής εποχής του 14ου αιώνα. 

Διατηρούνται ακόμα στο εσωτερικό του δύο στρώματα από αγιογραφίες . Η πρώτη έγινε το 1350 και η δεύτερη το 1650. 

Κάηκε κατά λάθος στη δεκαετία του 1960 από αναμμένα κεριά. Η εκκλησία παλιά ήταν μοναστήρι .Το πρώτο μέρος της εκκλησίας ήταν χωρισμένο σε δύο ορόφους . Μια σκάλα , η οποία κάηκε και δεν υπάρχει σήμερα, οδηγούσε στον πάνω όροφο όπου ήταν τα κελιά που έμεναν οι καλόγεροι. 

Το γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, είναι ότι απέμεινε από το ομώνυμο μεγάλο και φημισμένο βυζαντινό μοναστήρι του 14ου αιώνα.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Τι σημαίνει ο όρος ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ


Κάνοντας την παρουσίαση για την ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ της ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ στην περιοχή της Βροντούς, ή για τα μονοπάτια που περνάνε κοντά από το μοναστήρι αυτό, μας δημιουργήθηκε η απορία τι εννοούμε ακριβώς με τον όρο Αγία Τριάδα. Τον χρησιμοποιούμε τόσο συχνά, ως τοπωνύμιο, όνομα οικισμών, όνομα συνοικιών και πραγματικά δεν ξέρουμε τι σημαίνει στην εκκλησιαστική ορολογία. Μάλιστα ο Όλυμπος με τον οποίο ασχολούμαστε σε αυτό το blog έχει πολλά μοναστήρια που είναι αφιερωμένα σε Αυτήν. Έτσι ψάξαμε και σας κάνουμε μία σύντομη ανάρτηση για την ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ.

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
Αγία Τριάδα ονομάζεται το σύνολο των προσώπων (υποστάσεων) Του Θεού, στο Χριστιανισμό. Δηλαδή Ο Θεός είναι Ένας Τριαδικός, επειδή έχει μία ουσία δηλαδή φύση, και τρία πρόσωπα δηλαδή υποστάσεις. Τα τρία πρόσωπα ή υποστάσεις είναι Ο Πατήρ, Ο Υιός και Το Άγιο Πνεύμα, τα οποία είναι αδιαίρετα και ομοούσια κατά τη θεότητα, έχουν την ίδια δύναμη και κοινή Θεία ουσία. Αποτελεί ένα από τα κυριότερα δόγματα που αποδέχεται η πλειοψηφία των εκκλησιών του χριστιανικού κόσμου, το οποίο είναι γνωστό και ως Τριαδικό Δόγμα. Με την αιτιολογία ότι η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται αυστηρό μονοθεϊσμό, ο Ιουδαϊσμός, το Ισλάμ  αλλά και χριστιανικές ομολογίες, όπως οι Ουνιταριανοί, οι Χριστάδελφοι, 

οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και ορισμένες Ευαγγελικές και Πεντηκοστιανικές εκκλησίες, δεν αποδέχονται το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Ο τριαδικός Θεός περιγράφεται ως "Τρισυπόστατη Μονάδα" η οποία φανερώνεται με ενέργειες και έργα στην κτίση και την ιστορία. Έχει μεν τρία πρόσωπα, αλλά αυτά τα τρία πρόσωπα δεν αποτελούν τρεις χωριστούς Θεούς, αλλιώς ο Χριστιανισμός δεν θα ήταν μονοθεϊστική αλλά τριθεϊστική θρησκεία. Κατά το δόγμα, ο λόγος που ο τριαδικός Θεός είναι ένας, αν και με τρεις υποστάσεις, είναι η απουσία χώρου και χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος διαφοροποιούν τις ανθρώπινες υποστάσεις μεταξύ τους, ώστε τα διαφορετικά πρόσωπα να αποτελούν διαφορετικούς ανθρώπους. Επειδή όμως ο χώρος και ο χρόνος είναι κτιστοί δηλαδή δημιουργήματα του Θεού, ο Θεός δεν υπόκειται σε αυτούς. Έτσι έχουμε το μυστήριο (ακατάληπτο για τους ανθρώπους) της Τρισυπόστατης Μονάδας. Στην εκκλησιαστική ιστορία, η ταυτότητα της ουσίας και η διάκρισή της σε Τρία Πρόσωπα οδήγησε συχνά σε "αιρετικές" ερμηνείες. Η τάξη αυτή όπου, πρώτος αναφέρεται ο Πατήρ, δεύτερος ο Υιός και τρίτο το Άγιο Πνεύμα, δεν ανταποκρίνεται σε αληθινή και ουσιαστική διαβάθμιση των Τριών Προσώπων (π.χ. υπεροχή του Πατέρα) αλλά σχετίζεται με τη φύση του ανθρώπινου λόγου. Τα τρία πρόσωπα αυτά ή αλλιώς υποστάσεις, έχουν μοναδικές και αμεταβίβαστες ιδιότητες που προκύπτουν από τις αιώνιες (χωρίς χρονική αρχή) σχέσεις τους. Ταυτόχρονα τα τρία πρόσωπα έχουν μία ουσία ή φύση.

  • Ουσία και φύση καθιερώθηκαν ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ίδια κοινή πραγματικότητα.
  • Πρόσωπο και υπόσταση καθιερώθηκαν επίσης ως έννοιες ταυτόσημες, που σημαίνουν την ιδιαιτερότητα.


Η αιώνια σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων αποσαφηνίζεται με τρεις βασικές προϋποθέσεις:
  • Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Τριάδας καθεαυτής είναι μόνο ο Πατέρας.
  • Ο οποίος γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα χωρίς όμως να υπάρχει χρονική διαφορά ύπαρξης των τριών.
  • Οι τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα, υπάρχουν άχρονα και αιώνια ως εκδήλωση μιας ουσίας και φύσης.


Με άλλα λόγια υπάρχει:
  1.  Ένα αίτιο,
  2.  Ταυτότητα ουσίας (τα πρόσωπα είναι ομοούσια) και
  3.  Ετερότητα των υποστάσεων ή προσώπων.

Το ένα αίτιο και η μία ουσία εξηγούν το γιατί ο θεός είναι ένας και η ετερότητα των υποστάσεων εξηγεί το γιατί ο Θεός είναι τρισυπόστατος.
Την ετερότητα των υποστάσεων συνιστά το ότι:
  • Ο Πατέρας είναι αγέννητος
  • Ο Υιός είναι γεννητός (άχρονα)
  • Το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό.


Οι ιδιότητες αυτές λέγονται "υποστατικά προσόντα" και κάθε ιδιαίτερο προσόν ανήκει στην ιδιαίτερη υπόσταση και μόνο:
  • Ο Πατέρας είναι αγέννητος και όχι γέννημα ή πρόβλημα (δηλ. κάτι που προβάλλεται ή εκπηγάζει)
  • Ο Υιός είναι γέννημα και όχι αγέννητος ή πρόβλημα
  • Το Άγιο Πνεύμα είναι πρόβλημα (που εκπηγάζει και έχει την αιτία του στον Πατέρα) και όχι αγέννητο ή γέννημα.


Στην επαφή τους με τον κόσμο και την ιστορία:
  • Ο Πατέρας, πραγματώνει τη δημιουργική και απολυτρωτική ενέργεια, είναι η αρχική αιτία
  • Ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στην κτίση και την ιστορία για τη σωτηρία του ανθρώπου
  • Το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.

Ως προς την αιώνια και χωρίς αρχή σχέση των προσώπων της Αγίας Τριάδας για την Ορθόδοξη θεολογία είναι σημαντική η διαμάχη με τους δυτικούς θεολόγους για το ζήτημα του Filioque. Κατά τη διατύπωση αυτήν του Συμβόλου της Πίστεως, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Για το ορθόδοξο όμως δόγμα το μοναδικό αίτιο της ύπαρξης του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι το πρόσωπο του Θεού Πατέρα. Ο Υιός μπορεί να πέμπει το Πνεύμα, δεν μπορεί όμως ποτέ το Πνεύμα να εκπορεύεται από αυτόν, ο Υιός να αποτελεί δηλαδή την αιτία της ύπαρξης του Πνεύματος, τον δημιουργό του. Το λεγόμενο Σύμβολο της Πίστεως ή σύμβολο της Νίκαιας-Κωνσταντινούπολης που τα 7 πρώτα άρθρα του θεσπίστηκαν στην A’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας ενώ τα υπόλοιπα 5 άρθρα ολοκληρώθηκαν στη B’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, εκφράζει την ορθόδοξη διατύπωση του τριαδικού δόγματος περί του Θεού. Η Αγία Τριάδα αποτελεί για το μεγαλύτερο μέρος του Χριστιανισμού την αρχετυπική κοινότητα μεταξύ προσώπων, στην οποία η αγάπη είναι όχι απλά στοιχείο, αλλά το ίδιο το αίτιο της ύπαρξής της. Αναγνωρίζοντας ο Χριστιανός τον Θεό ως "Αγάπη" κατά την ρήση της Αγίας Γραφής , αντιμετωπίζει το εξής πρόβλημα: "Πώς ο Θεός είναι αγάπη;" Γιατί το χωρίο δεν λέει "έχει" αγάπη, αλλά "είναι" αγάπη. Αυτό προφανώς ταυτίζει την αγάπη με την ουσία του Θεού, και όχι με κάποιο συναίσθημα, καθώς ο Θεός δεν είναι κτίσμα, ώστε να έχει συναισθήματα. Πώς λοιπόν η ουσία του Θεού είναι αγάπη; Το Τριαδικό δόγμα, δίνει μια σαφέστατη και συνεπή απάντηση στο ερώτημα αυτό, το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί χωρίς την αντίληψη για έναν Τριαδικό Θεό. Γιατί εφ' όσον η ουσία του Θεού ονομάζεται "αγάπη", πώς είναι δυνατόν να εξαρτάται η ουσία του Θεού από την αγάπη Του προς τα κτίσματα, που έχουν αρχή, ενώ η ουσία του Θεού είναι άναρχη; Η απάντηση περί "αγάπης προς τον εαυτό Του", δεν είναι ικανοποιητική, δεδομένου ότι δεν λέγεται "αγάπη" κάτι τέτοιο, αλλά "φιλαυτία" και "ναρκισισμός". Η αγάπη είναι κάτι που εκδηλώνεται έξω από τον εαυτό κάποιου, προς ένα άλλο πρόσωπο. Από τη στιγμή λοιπόν που η Αγία Τριάδα, είναι κοινωνία ομοούσιων προσώπων, και όχι μονάδα, γίνεται φανερή για τον πιστό του Τριαδικού Θεού, και η απάντηση στη λύση του ζητήματος, για το πώς ο Θεός είναι αγάπη: Είναι αγάπη, επειδή κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αγαπά προαιωνίως και ανάρχως τα άλλα δύο πρόσωπα, ενώ αγαπάται προαιωνίως από αυτά. Η δε αγάπη του Θεού προς την κτίση, είναι απόρροια αυτής της ιδιότητάς του, και όχι κατ' ουσίαν αγάπη, η οποία είναι ενδοτριαδική. Με άλλα λόγια, η αγάπη προς τα κτίσματα, και η συναισθηματική αγάπη μεταξύ των κτισμάτων, είναι εικόνα εκείνης της αγάπης, με την οποία αγαπώνται προαιωνίως τα πρόσωπα της Θεότητας. Το Χριστιανικό δόγμα, ότι ο Θεός είναι αγάπη, δίνει επίσης τη λύση στο γιατί ο Θεός είναι Τριαδικός, και όχι μονάδα: Επειδή εξ αγάπης βούλεται να υπάρχει ως Τριαδική αγαπητική κοινωνία ομοουσίων προσώπων, στην ομοίωση της οποίας καλούνται να ζήσουν και τα κτίσματα, ως κοινωνία αγάπης. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, δύο βασικές έννοιες που αναφέρονται στην Αγία Τριάδα είναι η "Αΐδιος" και η "Οικονομική" Τριάδα.
  • Για "Αΐδιο Τριάδα" μιλάμε, όταν αναφερόμαστε στα βάθη της Θεότητας και στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα Θεία Πρόσωπα, Πατήρ, Υιός, Άγιο Πνεύμα.
  • Για "Οικονομική Τριάδα" μιλάμε, όταν αναφερόμαστε στις ενέργειες που κάνει ο Τριαδικός Θεός στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας για τη Σωτηρία μας. Στα πλαίσια αυτά, επειδή έτσι παρουσιάζεται στις θεοφάνειες της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, γίνεται δεκτό ότι κάθε πρόσωπο επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο.


Σε κάθε περίπτωση, αν η διδασκαλία κάποιου εκκλησιαστικού συγγραφέα ή Πατέρα της Εκκλησίας έχει ξεκαθαρίσει ότι τα τρία πρόσωπα στην "Αΐδιο Τριάδα" είναι ομοούσια, αιώνια, αΐδια κ.λπ., τότε ακόμα και αν χρησιμοποιηθούν λέξεις για την "οικονομική Τριάδα" που μοιάζουν σα να δίνει εντολές ένα πρόσωπο στο άλλο (ή οτιδήποτε παρόμοιο), αυτό δεν σημαίνει υποτίμηση, αφού ήδη στα κείμενά του ο θεολόγος έχει αποσαφηνίσει ότι στην "Αΐδιο Τριάδα" τα πρόσωπα είναι ίσοι φορείς της θεότητας.
Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, αυτό μπορεί να συμβεί επειδή τα τρία Πρόσωπα έχουν μία βούληση και μία ενέργεια. Ο Πατέρας (στην "οικονομική Τριάδα") μπορεί να φαίνεται ότι μονομερώς "στέλνει" τον Υιό να πραγματώσει ένα έργο. Όμως, ο Υιός δεν εκτελεί εντολές τη στιγμή εκείνη σαν υποδεέστερος, αλλά θα λέγαμε, "στέλνεται αυτεξούσια". Τη στιγμή δηλ. που ο Πατέρας έχει τη βούληση να "στείλει" τον Υιό, αυτή η βούληση δεν είναι μόνο δική Του, αλλά είναι άχρονα και αΐδια, ενιαία βούληση και των τριών προσώπων. Έτσι, η αΐδια ισότητα παραμένει και στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας.

"Αΐδιος" Τριάδα
Αναλύοντας τα παραπάνω, λέμε ότι "o Λόγος στη θεολογική Τριάδα [δηλ. στην Αΐδια Τριάδα], ως δεύτερο πρόσωπο ή υπόσταση της θεότητας, όντας ισότιμος με τα δύο άλλα πρόσωπα, έχει το ίδιο αξίωμα και την ίδια δόξα πού έχουν ο Πατήρ και το Πνεύμα τα άγιο". Βεβαίως, Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι, "οι Πατέρες περιγράφοντας τις αΐδιες σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδας ήταν άκρως λιτοί" και κατά συνέπεια αρκεί να πούμε ότι "ο τριαδικός Θεός είναι μονάδα, γιατί ένα είναι το αίτιο, μία η ουσία και μία η ενέργεια• και είναι τριαδικός κατά τις υποστάσεις, γιατί υπάρχει η ετερότητα των υποστάσεων. Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό". Στην Ορθόδοξη Θεολογία, όταν αναφέρεται ο Πατέρας ως "αίτιο", αυτό σημαίνει ότι είναι το "μοναδικό αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η ορθόδοξη θεολογία...ασπάζεται την τρισυπόστατη μονάδα ως τον τριαδικό Θεό μίας και μοναδικής αιτίας".
Παρά το γεγονός όμως, ότι το αίτιο της προέλευσης και της ύπαρξης των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ο Πατέρας, πουθενά μέσα σε αυτές τις σχέσεις της "αΐδιας" Τριάδας δεν αποδεχόμαστε διαφορά (π.χ. ανώτερος-κατώτερος, πριν-μετά, πρώτος-δεύτερος κ.λπ.) αλλά δεχόμαστε μόνο διάκριση μεταξύ προσώπων. Κι αν ο Υιός έχει γεννηθεί μεν από τον Πατέρα, και στον Πατέρα οφείλει την Υπόστασή του και την Υιότητά Του, ταυτόχρονα όμως, είναι άχρονος, αΐδιος, αιώνιος, διότι ο Πατέρας είναι άτρεπτος, και άρα, για να έχει Υιό, θα πρέπει να είναι αΐδια, αιώνια Πατέρας.

"Οικονομική" Τριάδα
Ενώ λοιπόν ο όρος αΐδιος Τριάδα αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις των προσώπων της Τριαδικής Θεότητας, ο όρος οικονομική Τριάδα, έχει σχέση με τη Θεία Οικονομία, δηλαδή με την ιστορία της Σωτηρίας του ανθρώπου. Η αΐδιος Αγία Τριάδα λέγεται οικονομική όταν φανερώνεται στον κόσμο με τις ενέργειές της. Τότε μιλάμε για την οικονομική φανέρωση της Τριάδας. Ο άνθρωπος μόνο τις ενέργειες της αϊδίου Τριάδας αντιλαμβάνεται και όχι την ουσία/φύση της, η οποία είναι εντελώς έξω από τις δυνατότητές του ανθρώπου να την αντιληφθεί και να την κατανοήσει.
Στην οικονομική Τριάδα «οι ενέργειες του τριαδικού Θεού, διαμέσου της κοινής βούλησης των προσώπων, είναι κοινές, ενώ υπάρχει η ιδιαιτερότητα των έργων του κάθε προσώπου. Ο Πατέρας είναι πάντοτε, και στην πραγμάτωση της δημιουργικής και απολυτρωτικής ενέργειας, η αρχική αιτία, ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στη φύση και την ιστορία για την σωτηρία του ανθρώπου, και το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου».
Αν πάρουμε ως παράδειγμα τον Υιό και Λόγο του Θεού, στα πλαίσια της οικονομικής Τριάδας, "αποστέλλεται από τον Πατέρα στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο", όμως σε καμία περίπτωση «ο Λόγος δεν έχασε το θεοπρεπές τριαδικό του αξίωμα. Δεν μετακινήθηκε από την Τριάδα». Η χρήση εκφράσεων όπως "ο Πατέρας αποστέλλει τον Υιό" ή ότι ο Υιός είναι αποτέλεσμα "της βούλησης του Πατέρα", δεν σημαίνουν αποδοχή κατωτερότητας του Υιού, ούτε μας βεβαιώνουν για αρειανικούς προσανατολισμούς στη σκέψη των θεολόγων που τις χρησιμοποιούν (ότι δηλαδή αναφέρονται σε Υιό που είναι κτίσμα και όχι Θεός, όπως έλεγε ο αιρετικός Άρειος). Από τη στιγμή που στα κείμενα ενός συγγραφέα φαίνεται καθαρά η διάκριση σε αΐδια και οικονομική Τριάδα, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για Αρειανισμό, διότι:
"Ο Άρειος σε τούτη ακριβώς την κακοδοξία είχε περιπέσει, την οποία πολέμησε ο Μ. Αθανάσιος.  Ισχυριζόταν ότι ο Λόγος είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Πατέρα, πράγμα που κατά τον Μ. Αθανάσιο ισχύει μονάχα για τη δημιουργία της κτίσης. Επομένως ο Μ. 'Αθανάσιος κάνει διάκριση μεταξύ αΐδιας και οικονομικής Τριάδας, ενώ ο Άρειος δεν κάνει τούτη τη διάκριση".
  

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΑΓΡΙΟΓΙΔΟ (rupicapra rupicapra)



Ποιός από τους χιλιάδες που έχουν περπατήσει στην αλπική ζώνη του Ολύμπου δεν συναντήθηκε με κοπάδια από αγριόγιδα. Λίγοι βέβαια έχουν την ικανότητα και σε εξοπλισμό αλλά και σε τεχνική ώστε να μπορέσουν να τα φωτογραφίσουν. Εγώ προσωπικά τα έχω συναντήσει εκατοντάδες φορές αλλά όποτε προσπάθησα να τα φωτογραφήσω, πραγματικά φωτογράφισα κουκίδες και τίποτα περισσότερο. Ας δούμε κάποιες πληροφορίες που μαζέψαμε για αυτά τα ζώα που με το χαρακτηριστικό τους βλέμμα μας παρακολουθούν όταν κουρασμένοι προσπαθούμε να ανέβουμε τις πλαγιές του ψηλότερου βουνού της χώρας μας:

Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra)
Το αγριόγιδο είναι ορεσίβιο μηρυκαστικό της οικογένειας των βοοειδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Απαντά σε ορεινές περιοχές της Ευρώπης, περιλαμβάνοντας τις Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Καρπάθια, τα Όρη Τάτρα, τα Βαλκάνια, μέρη της Τουρκίας, τον Καύκασο και τα Απέννινα, καθώς έχει εισαχθεί στο Νότιο Νησί της Νέας Ζηλανδίας. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Rupicapra rupicapra και περιλαμβάνει 7 υποείδη. Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος R. r. balcanica.
ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΔΟΥΣ
  • Χαρακτηριστικά κυρτά προς τα πίσω κέρατα
  • Αλλαγή τριχώματος κάθε εποχή


Η αγγλική ονομασία προέρχεται από το γαλλικό chamois. Αυτό προέρχεται από το γαλατικό camox (που πιστοποιήθηκε στα Λατινικά τον 5ο αιώνα), όπου είναι ίσως δανεισμένο από κάποιες Αλπικές γλώσσες (Ραίτικα, Λυγίρικα). Η γαλατική μορφή επίσης υπόκεινται στα Γερμανικά Gemse, Gams, Gämse, το Ιταλικό Camoscio και το λαντίνο Ciamorz. Επικρατεί αβεβαιότητα ως προς το ζώο στο οποίο αναφέρεται η εβραϊκή λέξη ζέμερ, η οποία αποδίδεται με διάφορους τρόπους: «αγριόγιδο», «αίγα των βουνών», «πρόβατο των βουνών», «αγριοπρόβατο», «άγριος κριός» και «αντιλόπη». Αλλού χρησιμοποιείται απλώς η μεταγραφή «ζέμερ». Η εβραϊκή ρίζα από την οποία παράγεται η λέξη ζέμερ πιστεύεται ότι συγγενεύει με την αραβική λέξη ζαμάρα (αναπηδώ, τρέπομαι σε φυγή), πράγμα που υποδηλώνει ένα ζώο το οποίο αναπηδάει ή κάνει άλματα, άρα παρόμοιο με τη γαζέλα. Μερικοί ζωολόγοι υποστηρίζουν ότι το αγριόγιδο δεν υπήρξε ποτέ στην Παλαιστίνη. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι τοπικές ποικιλίες αυτού του ζώου βρίσκονται στα Καρπάθια και στα βουνά του Καυκάσου, και γι’ αυτό πιθανώς να υπήρξε κάποτε μια ποικιλία αγριόγιδου στις οροσειρές του Λιβάνου. Η ελληνική ονομασία οφείλεται κυρίως στην άγρια κατάσταση του είδους.

ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΙΔΟΥΣ
Πρόγονος του αγριόγιδου θεωρείται η Παχυγαζέλα, που έζησε πριν από 3 εκατομμύρια μέχρι 700.000 χρόνια, στις περιοχές της κεντρικής και της ανατολικής Ασίας, απ' όπου και επεκτάθηκε προς τα δυτικά και νοτιοανατολικά. Στις χιλιετηρίδες που ακολούθησαν, αφού πέρασαν χερσαίες γέφυρες, που σήμερα έχουν κατακλυστεί, διαφοροποιήθηκαν, άλλαξαν όψη και έδωσαν νέα είδη, όπως το Αγριόγιδο των Βραχωδών Ορέων (Oreamnos americanus), οι Αιγόκεροι της Ιαπωνίας (Capricornis crispus) και τα αγριόγιδα, που τα αρχαιότερα υπολείμματά τους ανευρέθησαν στα Πυρηναία και έχουν ηλικία 400.000 περίπου χρόνων. Το αγριόγιδο κατανέμεται σχεδόν αποκλειστικά στην Ευρώπη, εκτός των περιοχών της Τουρκίας και του Καυκάσου. 

Η φυσική του κατανομή βρίσκεται στις Άλπεις (όπου βρίσκονται οι περισσότεροι πληθυσμοί), τα Καρπάθια, τα Όρη Τάτρα, τα Βαλκάνια (Αλβανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Βόρεια Μακεδονία., Κροατία, Σλοβενία κλπ.), και τη Μικρά Ασία (Καύκασος και βορειοανατολική Τουρκία). Επίσης έχει επανεισαχθεί στη Πολωνία και τη κεντρική Γαλλία, ενώ άτομα Αλπικών αγριόγιδων έχουν εισαχθεί στο Νότιο Νησί της Νέας Ζηλανδίας. Στην Ελλάδα απαντάται σε επτά ορεινούς όγκους, την Ροδόπη (όρια με την Βουλγαρία), την Βόρεια Πίνδο (Τύμφη), την Κεντρική-Νότια Πίνδο (Οίτη, Βαρδούσια, Γκιώνα), την Στερεά Ελλάδα, τον Όλυμπο, την Τζένα - Πίνοβο και στην Νεμέρτσικα. Επίσης πληθυσμοί απαντούν και στα σύνορα με την Αλβανία και την Βόρεια Μακεδονία. Η Οίτη, μαζί με τα βουνά της Γκιώνας και των Βαρδουσίων αποτελούν το νοτιότερο άξρο της εξάπλωσης του είδους.

ΒΙΟΤΟΠΟΣ ΑΓΡΙΟΓΙΔΟΥ
Το αγριόγιδο είναι ζώο που προτιμά τους ορεινούς βιότοπους, κυρίως στο όριο των 1.600-2.000 μέτρων, αλλά τον χειμώνα κατεβαίνουν και χαμηλότερα. Ιδανικός βιότοπος είναι οι γκρεμοί, όπου βρίσκει προστασία από τους θηρευτές. Επίσης οι ορθοπλαγιές, οι βραχώδεις πλαγιές, τα απότομα δάση, οι σάρες, τα λούκια και τα υποαλπικά λιβάδια. Επιλέγει τα δάση κυρίως τον χειμώνα, λόγω της δύσκολης διάβασης και της δύσκολης εύρεσης τροφής στις πλαγιές εξαιτίας του χιονιού. Όταν μπει η άνοιξη, αρχίζουν να ανεβαίνουν σε ψηλότερα σημεία και για να αποφύγουν τη μεγάλη ζέστη το καλοκαίρι, αποτραβιούνται στις δροσερές περιοχές του βιότοπου.

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΑΓΡΙΟΓΙΔΟΥ
Το αγριόγιδο είναι ένα μεσαίου μεγέθους βοοειδές, λίγο μεγαλύτερο από την οικόσιτη κατσίκα. Έχει σώμα στιβαρό και «στρουμπουλό», κυρίως το χειμώνα, καθώς το καλοκαίρι είναι πιο λεπτό. Το κεφάλι του και η βάση του κεφαλιού είναι λευκά ως το όριο ένωσής του με τον λαιμό. Επίσης έχει δύο ευδιάκριτες καστανόμαυρες ή κατάμαυρες ρίγες στις δύο πλευρές του προσώπου του, οι οποίες ξεκινάνε από τα αυτιά, περνάνε από τα μάτια και καταλήγουν λίγο πριν τη μουσούδα. Τα αυτιά του είναι μακριά και καμπυλώνουν στις άκρες. Από την πίσω μεριά έχουν μαύρο χρώμα, ενώ η μέσα μεριά είναι λευκή. Η ουρά του είναι κοντή και φουντωτή καθ'όλη τη διάρκεια του χρόνου. Τα άκρα του καταλήγουν σε σκληρές ελαστικές οπλές που προσφέρουν σταθερό πάτημα στις μικρές προεξοχές των βράχων, αλλά και στις περιπτώσεις όπου το χιόνι είναι βαθύ αυτές ανοίγουν και καταλαμβάνουν μεγαλύτερη επιφάνεια και βυθίζονται λιγότερο στο μαλακό υπόστρωμα. Οι εξωτερικές άκρες στις οπλές είναι ακονισμένες και σκληρές, έτσι ώστε να μπορούν τα ζώα να εκμεταλλευτούν ακόμη και τις πιο μικρές προεξοχές των βράχων, για να στηριχτούν κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών τους. Η παρουσία μιας πτυχής του δέρματος δίνει τη δυνατότητα για καλύτερο βάδισμα στο χιόνι.  Τα αγριόγιδα της Νέας Ζηλανδίας τείνουν να ζυγίζουν περίπου 20 % λιγότερο από το Ευρωπαϊκά άτομα της ίδιας ηλικίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι προμήθειες τροφίμων μπορεί να είναι περιορισμένες. Το τρίχωμά τους διαφέρει ανάλογα με την εποχή. Έχουν κοντό και γκριζοκάστανο ή πορτοκαλοκόκκινο τρίχωμα το καλοκαίρι, ενώ φουντωτό και σχεδόν μαύρο τον χειμώνα. Στο καλοκαιρινό τρίχωμα, το χρώμα του σώματος είναι γκριζοκάστανο, ενώ το χρώμα των ποδιών και της κοιλιάς είναι μαύρο και προκαλεί αντίθεση. Στο χειμερινό τρίχωμα, όλο το σώμα έχει την ίδια σχεδόν απόχρωση. Στη ράχη του, επίσης, φέρει μια γραμμή σκούρου τριχώματος, που ονομάζεται «γένι». Αυτή η γραμμή φαίνεται καθαρά μόνο στο καλοκαιρινό τρίχωμα. Επίσης, είναι εμφανές το όταν αλλάζουν τρίχωμα ανά εποχή. Κύριο χαρακτηριστικό του αγριόγιδου αποτελούν τα κυρτά προς τα πίσω κέρατα σαν αγκίστρια, που φέρουν και τα δύο φύλα. Του αρσενικού να είναι οξύληκτα και και κυρτά προς τα μέσα, ενώ του θηλυκού είναι κυρτά και ελαφρώς προς τα έξω και είναι πιο λεπτά από του αρσενικού με λιγότερη κύρτωση. Αυτά όμως δεν είναι τα πραγματικά κέρατα , αλλά «θήκες», που περιβάλουν το κέρατο (αυτό συμβαίνει σε όλα τα Αιγώδη). Αυτές οι «θήκες» περιλαμβάνονται από 10 ή περισσότερες στρώσεις κερατίνης, που φέρουν μικρούς, σχεδόν μη διακριτούς δακτύλιους. Η κάθε στρώση έχει πάχος 1 χιλιοστό και φαίνονται πιο καθαρά στο τέλος της «θήκης». Τα πραγματικά κέρατα του αγριόγιδου βρίσκονται μέσα από τη «θήκη», αποτελούνται από οστό και είναι πιο κοντά (περίπου το μισό μέγεθος της «θήκης»). Το αγριόγιδο έχει εσωτερική θερμοκρασία 39,5 βαθμούς, για να αμύνεται απέναντι στο χειμερινό ψύχος. Οι διαστάσεις της καρδιάς του είναι μεγάλες (350 γρ. βάρος), ενώ ο αυξημένος αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων καθιστά δυνατή την ταχεία και αποτελεσματική οξυγόνωση του αίματος ακόμη και σε μεγάλο υψόμετρο, όπου ο αέρας είναι αραιότερος και έχει λιγότερο οξυγόνο. Το τοίχωμα της καρδιάς του είναι πιο παχύ απ' ότι στα περισσότερα θηλαστικά του ίδιου μεγέθους. Μπορεί επομένως, να αντέξει σ'ένα ρυθμό εντονότερο από 200 παλμών το λεπτό για σχετικά μεγάλο διάστημα.

ΒΪΟΜΕΤΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΡΙΟΓΙΔΟΥ
  • Μήκος σώματος: (90-) 110 έως 130 εκατοστά
  • Ύψος στους ώμους: 70 έως 85 εκατοστά
  • Μήκος κεράτων: 17 έως 30 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 35 έως 50 κιλά, ♀ 25 έως 40 κιλά, 14 έως 62 κιλά (μέσος όρος)


Η τροφή των αγριόγιδων, όπως και ο βιότοπός τους, αλλάζει με την εποχή. Τρέφονται με βοσκή ενδιάμεσου τύπου, όπως με χλόη (το καλοκαίρι) ή με διάφορα ποώδη φυτά και συμπληρωματικά με φύλλα δέντρων, κλαδιά και λειχήνες (τον χειμώνα). Τα αγριόγιδα σχηματίζουν μικρά κοπάδια, που τα ηγείται συνήθως ένα ενήλικο θηλυκό. Μόνο τα γέρικα ζώα και κυρίως τα αρσενικά απομονώνονται. Στην Ελλάδα, τα κοπάδια αυτά αποτελούνται συνήθως από 5 ως 15 άτομα (σπάνια ως 30) ενώ σε άλλες χώρες και σε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν και τα 100 άτομα στο ίδιο κοπάδι. Το μεγαλύτερο μέγεθος των κοπαδιών παρατηρείται στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου. Κάθε κοπάδι διεκδικεί μια περιοχή 1.000-2.000 στρεμμάτων, που υπερασπίζονται από άλλα κοπάδια. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία 2-3 χρόνων. Στην ηλικία των 8-9 ετών, που συμπίπτει με την έναρξη της αναπαραγωγικής ηλικίας, εγκαθίστανται στη δική τους επικράτεια. Τα αρσενικά ζουν μοναχικά το καλοκαίρι και ενώνονται με το υπόλοιπο κοπάδι το φθινόπωρο, όταν αρχίζει η αναπαραγωγική περίοδος. Στο τέλος του χειμώνα, απομακρύνονται κι επιστρέφουν στην μοναχική ζωή. Είναι περισσότερο δραστήρια τις πρωινές ώρες, ενώ όταν έχει συννεφιά και χαμηλή θερμοκρασία, κινούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Παρ'όλη τη γερή κράση τους, πεθαίνουν από πολλές αρρώστιες με χειρότερη την πλευροπνευμονία, συνηθισμένη και στα γιδοπρόβατα. Αν τότε κολλήσουν από τα ήμερα και ψώρα ή την είχαν από πρωτύτερα, παθαίνουν μεγάλες συμφορές. Όπως όλα τα ζώα που ζουν σε ομάδες, τα αγριόγιδα έχουν ανάγκη να ανταλλάσσουν πληροφορίες. Η επικοινωνία γίνεται με οσμές και ήχους, αλλά και με διάφορες χαρακτηριστικές και στερεότυπες στάσεις του σώματος. Όταν ένα αγριόγιδο εσθανθεί απειλή, ειδοπιεί το υπόλοιπο κοπάδι, βγάζοντας ένα εξαιρετικά δυνατό ρουθούνισμα σαν σφύριγμα. Οι βίαιες αναμετρήσεις είναι μάλλον σπάνιες κι η ιεραρχία εξασφαλίζεται με χαρακτηριστικές στάσεις του σώματος και συμπεριφορές, όπου το καθένα βρίσκει τη θέση του. Τα θηλυκά αγριόγιδα γίνονται σεξουαλικά ώριμα στην ηλικία των 2,5 ετών, ενώ τα αρσενικά στην ηλικία των 5 ετών. Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τον Δεκέμβριο, με τα αρσενικά να κάνουν βίαιες μάχες, σε σημείο μέχρι το ένα να γκρεμιστεί στα βράχια. Το αρσενικό (όπως και ο κόκορας ή ο ταύρος) ζευγαρώνει με πολλά θηλυκά, πρέπει όμως πρώτα να ξεκαθαρίσει τη θέση του σε σχέση με τους άλλους νεαρούς, ενίοτε σκοτώνοντάς τους. Τα αρσενικά έχουν τόσο μεγάλο πόθο, που αν δε βρουν θηλυκά του είδους τους, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις να ζευγαρώνουν με ήμερα κατσίκια. Τα υβρίδια από αυτές τις διασταυρώσεις βγαίνουν χωρίς τρίχωμα και ζουν το πολύ 2 μέρες. Η κύηση κρατάει 6 μήνες (24 με 25 εβδομάδες). Τα θηλυκά γεννάνε ένα, σπάνια δύο, μικρά κατά τον Μάιο (μερικές φορές και τον Ιούνιο). Το μικρό στέκεται στα πόδια του από την πρώτη στιγμή και στις δέκα μέρες ζωής αρχίζει να βόσκει τα πρώτα του χορταράκια. Ακολουθεί παντού τη μητέρα του, χοροπηδώντας, κουτρουβαλώντας και βελάζοντας σαν τα κατοικίδια κατσικάκια. Τον πρώτο χειμώνα θα τον περάσει κοντά της: την ακολουθεί κατά πόδας στη δύσκολη αναζήτηση της τροφής και τη νύχτα ζαρώνει κοντά της για να καλυφθεί από τον αέρα και το κρύο, καθώς η γούνα του δεν είναι ακόμα πλούσια. Αν χαθεί η μητέρα του, έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει μέχρι την άνοιξη. Τα θηλυκά δεν δέχονται ξένα μικρά, και όταν πλησιάσει ένα ξένο μικρό, το θηλυκό το διώχνει κατεβάζοντας το κεφάλι και τινάζοντάς το προς τα πάνω (η κίνηση αυτή υποδηλώνει απειλή). Οι κυριότεροι θηρευτές του αγριόγιδου είναι ο λύκος, ο λύγκας και ο χρυσαετός. Το προσδόκιμο ζωής του σε φυσιολογικές συνθήκες είναι 11 με 20 χρόνια.

ΑΠΕΙΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΙΔΟ
Η κυριότερη απειλή για το αγριόγιδο αποτελεί η λαθροθηρία σε τμήματα της εξάπλωσής του, ιδίως εκτός προστατευόμενων περιοχών. Πολλά από τις λιγότερο πολυάριθμα υποείδη απειλούνται από τη σκόπιμη εισαγωγή υποειδών από άλλες γεωγραφικές περιοχές, οδηγώντας σε υβριδισμό και γενετικό τέλμα. Επίσης πρόβλημα μπορεί να αποτελέσει η ανθρώπινη διαταραχή, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα της αυξημένης δραστηριότητες τουρισμού και αναψυχής σε ορεινές περιοχές.
Στην Ελλάδα, η κυριότερη απειλή για το αγριόγιδο αποτελεί επίσης η λαθροθηρία, παρ'όλο που το κυνήγι του στη χώρα απαγορεύτηκε από την δεκαετία του '60. Σ' αυτό συμβάλλουν:
  • η ουσιαστικά ανύπαρκτη φύλαξη των βιοτόπων του,
  • η έλλειψη φορέων διαχείρισης και ειδικών επιστημόνων και φυλάκων στις προστατευόμενες περιοχές όπου απαντάται,
  • η οριοθέτηση των καταφυγίων άγριας ζωής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις του είδους -- κάτι που συμβαίνει συχνά,
  • η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται πολύ η προσέγγιση των λαθροκυνηγών.
  • το κυνήγι από άγρια σκυλιά


Επίσης απειλή αποτελεί η υποβάθμιση των βιοτόπων του από την υπερβόσκηση, που πολλές φορές λαμβάνει μέρος μέσα ή έξω από εθνικούς δρυμούς. Επίσης μία ακόμα απειλή είναι ενετική αποδυνάμωση του είδους από τη σταδιακή συρρίκνωση του πληθυσμού του, καθώς οι πληθυσμοί δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, σχεδόν, σε όλες τις περιοχές. Το αγριόγιδο έχει ευρεία κατανομή σε Κεντρική Ευρώπη και Τουρκία - Καύκασο. Χαρακτηρίστηκε διεθνώς ως Ελάχιστης Ανησυχίας, λόγω των υψηλών πληθυσμιακών ομάδων σε εκείνες τις περιοχές (στην Ελβετία 90.000 άτομα) καθώς και της πυκνότητάς τους. Ο πανευρωπαϊκός πληθυσμός του αγριόγιδου ανέρχεται στις 440.000 άτομα, και στις προστατευόμενες περιοχές μπορεί να υπάρχουν 20 άτομα ανά εκτάριο. Στην Νότια Ευρώπη (Βαλκάνια) οι πληθυσμοί είναι πιο μικροί και αραιοί, με αποτέλεσμα να θεωρούνται σπάνιοι. Τέτοια κατάσταση επικρατεί στα Καρπάθια, τα Όρη Τάτρα, τον Καύκασο και τη Γαλλία, με τα υποείδη R. r. tatrica, R. r. caucasica και R. r. cartusiana.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ ΑΓΡΙΟΓΙΔΩΝ
Παρακάτω, οι καταστάσεις πληθυσμών των υποειδών:
  • Για το υποείδος R. r. asiatica, υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για την κατάστασή του, όμως πιστεύεται ότι έχει υποστεί σημαντική μείωση.
  • Το βαλκανικό υποείδος, R. r. balcanica, αριθμεί χιλιάδες άτομα. Οι αριθμοί αυτοί πιστεύεται ότι μειώνονται σε όλους τους υπολπηθυσμούς.
  • Ο πληθυσμός του υποείδος των Καρπαθίων, R. r. carpatica, ανέρχεται στα 9.000 άτομα, και είναι πλέον επιβεβαιωμένο ότι αυτοί οι πληθυσμοί αυξάνονται.
  • Ο πληθυσμός του υποείδος R. r. cartusiana το 1970 ήταν 300 με 400 άτομα και 150 την περίοδο 1986-1987, αλλά ανέβηκε στα 2.000 το 2006.
  • Για το υποείδος R. r. caucasica υπάρχουν λίγα στοιχεία. Ο πληθυσμός του το 1990 έφτανε τα 15.000 άτομα, με τα μισά από αυτά να βρίσκονταν στον Μεγάλο Καύκασο και μόνο τα 500 από αυτά βρίσκονταν στο Μικρό Καύκασο.
  • Το υποείδος R. r. rupicapra είναι το πιο διαδεδομένο και πιο πληθέστερο. Οι αριθμοί του αυξάνονται συνεχώς (το 1990 υπήρχαν 4.000 άτομα, ενώ το 2000 υπήρχαν 17.000 άτομα)
  • Το σπανιότερο υποείδος, το R. r. tatrica, αριθμούσε 220 το 1999, αλλά μειώθηκε στα 200 το 2002. Το 2014 μετρήθηκαν μονάχα 160 άτομα. Μία απειλή γι' αυτό το υποείδος αποτελεί η εισαγωγή αγριόγιδων του υποείδους R. r. rupicapra στη Σλοβακία.


Στην Ελλάδα, το αγριόγιδο απειλείται με εξαφάνιση. Παλαιότερα υπήρχαν κάποιες χιλιάδες άτομα, όμως σήμερα, αποτελείται μόνο από 19 πληθυσμιακές ομάδες και αριθμεί συνολικά 600-800 άτομα περίπου (το 50% του πληθυσμού βρίσκεται στην Πίνδο). Γι' αυτό τον λόγο, στην Ελλάδα κατατάχτηκε στα Σχεδόν Απειλούμενα και θεωρείται σπάνιο, ακόμη και στις περιοχές με τις υψηλότερες πληθυσμιακές ομάδες. Ευτυχώς, 4 τουλάχιστον πληθυσμοί αγριόγιδου στην Ελλάδα, με κυριότερο εκείνον της Τύμφης (πληθυσμός 200 άτομα), δείχνουν τα τελευταία 10 χρόνια μια μικρή αλλά σταθερή τάση ανάκαμψης. Αυτό χαροποιεί ιδιαίτερα τους λίγους επιστήμονες που ασχολούνται με το σπάνιο και προστατευόμενο αυτό θηλαστικό, καθώς επίσης και ορισμένες ορεινές τοπικές κοινωνίες που αρχίζουν και βλέπουν σε αυτό το σπάνιο είδος μια «οικοτουριστική διέξοδο» στη σημερινή οικονομική κρίση. Από τα παλιά χρόνια το αγριόγιδο θεωρείται αγαπημένο θήραμα των κυνηγών. Το κυνηγούν για διάφορους λόγους, για το κρέας του, για τρόπαιο, ή για το δέρμα του, το λεγόμενο σαμουά. Κύρια προϊόντα από το αγριόγιδο αποτελούν το δέρμα του «σαμουά» (chamois leather), που το χρησιμοποιούμε κυρίως για την κατασκευή ρούχων, αλλά και καθισμάτων ποδηλάτων, και το «γένι», που παραδοσιακά φοριέται ως διακόσμηση για τα καπέλα σε όλες τις αλπικές χώρες (gamsbart). Παρά την διασημότητα του «σαμουά», τα δέρματα ελαφιών, προβάτων και κατσικιών χρησιμοποιούνται περισσότερο.